Η ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΥΔΡΑΥΛΙΔΟΣ

Η ΑΡΧΑΙΟΜΕΤΡΙΑ ΚΑΙ Η ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ
ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΗΧΩΝ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

 

Η ανακάλυψη της ύδραυλης φέρνει για μια ακόμη φορά στην επικαιρότητα το δύσκολο εγχείρημα της ανακατασκευής παλιών φημισμένων οργάνων. Η προοπτική ανακατασκευής του υδραυλικού οργάνου του Δίου και η προσπάθεια αναπαραγωγής των αρχικών του ήχων αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προσκλήσεις για την επιστήμη της πειραματικής αρχαιολογίας. Οι περιγραφές τριών μηχανικών, του Ήρωνος της Αλεξανδρείας, του Φίλωνος του Βυζαντίου και του Βιτρουβίου, καθώς και τα υπολείμματα του ευρήματος του Δίου, αρκούν για να γίνει μια αξιόλογη ανακατασκευή. Ωστόσο το πρόβλημα τοποθετείται στον λειτουργικό χώρο του οργάνου. Η πολιτιστική διαφορά και η διαφορετική αντίληψη της μουσικής παιδείας, σε συνδυασμό με τις "Περί Αέρα" και "Περί Ήχου" θεωρίες των Αλεξανδρινών, αποτελούν καθοριστικά στοιχεία για μια ασφαλή προσέγγιση στον αρχικό ήχο. Απουσία μουσικών στοιχείων στις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων (τονικά ύψη αυλών, ηχόχρωμα), περιορίζει εκ των προτέρων την ανασύνθεση ίδιων ήχων. Ετσι, η πειραματική αρχαιολογία καλείται να προσεγγίσει τον "ηδύ και τερπνό ήχο" που αναφέρει ο Αθήναιος στους "Δειπνοσοφιστές". Στο κείμενο που ακολουθεί παρατίθενται στοιχεία και απόψεις για μια όσο το δυνατόν πλησιέστερη προσέγγιση προς τη λύση του προβλήματος.
Στα μέσα του 2ου π.χ. αιώνα, εποχή κατά την οποία το υδραυλικό όργανο του Κτησίβιου εξέπεμπε τους μελωδικούς του ήχους, ο Αλεξανδρινος Διονύσιος ο Θραξ παρέθετε στο έργο του "Γραμματική Τέχνη" κάποιους συμπερασματικούς κανόνες ηχητικής συμπεριφοράς με τις παρακάτω συνοπτικές οδηγίες:"Όταν γίνεται φωνητική ανάγνωση είναι ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη ο τρόπος της απαγγελίας ο τονισμός και η στίξη.Από τον τρόπο της απαγγελίας θα καταλάβουμε τον χαρακτήρα του έργου, από τον τονισμό τη δεξιοτεχνία στη σύνθεση και από τη στίξη τη σκέψη που περιέχει. Σκοπός μας πρέπει να είναι η δυνατότητα να διαβάζουμε την τραγωδία με ηρωικό τρόπο, την κωμωδία μέ έναν κοινό τρόπο, την ελεγεία (ωδή) θρηνητικά, το έπος σταθερά, την λυρική ποίηση μουσικά και τον θρήνο με απαλό ύφος. Αν δεν πάρουμε υπόψη μας έστω και έναν από τους κανόνες, τότε καταστρέφουμε την πρόθεση και εμείς οι ίδιοι απαγγέλοντας γελοιοποιούμε την τέχνη μας". Λίγους αιώνες αργότερα, στα τέλη του 3ου μ.χ.αιώνα ο επίσκοπος Λαοδικείας, Ανατόλιος ο Αλεξανδρεύς, εκφράζοντας το πνέυμα της αλεξανδρινής εποχής έγραφε: "Σήμερα κυριαρχεί η άποψη πως ο μαθηματικος πρέπει να είναι μηχανικος ότι θα πρέπει να καταλαβαίνει τη γεωδαισία να ξέρει να κάνει υπολογισμούς και να ασχολείται με τους συνδυασμούς των ήχων για να δημιουργή ευχάριστες μελωδίες." Ο Ρωμαίος σχολιαστής της ύδραυλης -επίσης- Βιτρούβιος, αναφερόμενος στους αρχιτέκτονες, στο έργο του "DE ARCHITECTURA", τονίζει ότι αυτοί "πρέπει να γνωρίζουν γεωμετρία, οπτική, αριθμητική, ιστορία, φιλοσοφία, να έχουν γνώσεις μουσικής και τριβή στην ιατρική, το δίκαιο και την αστρολογία". Από τις παραπάνω μαρτυρίες γίνεται σαφής η περιπλοκότητα της μουσικής καλλιεργείας και της συμμετοχής των ηχητικών εκφράσεων σε όλους τους χώρους της επιστήμης. Αν λοιπόν οι γραμματικοί, οι μαθηματικοί και οι αρχιτέκτονες, έπρεπε να εκφράζονται σύμφωνα με δεδομένους κανόνες ηχητικής συμπεριφοράς και να συμμετέχον στη μουσική παιδεία, πράγμα το οποίο θα ίσχυε και για τους μηχανικούς, όπως ο Ήρων και ο Κτησίβιος, τότε και οι επαγγελματίες μουσικοί θα πρέπει να είχαν μεταδώσει κατανοητά τους δικούς τους κανόνες. Κάτω από αυτή τη λογική, οι μουσικές κατασκευές του Κτησιβίου και του Ήρωνος, ακόμα και σαν υποπροϊόντα μηχανικών κατασκεύων, θα εναρμονίζονταν με τους φυσικούς και μαθηματικούς κανόνες της αριστοξένειας μουσικής, η οποία κυριαρχούσε στο τέλος του 4ου π.χ. αιώνα στην Αλεξάνδρεια.
Η ουσία της μουσικής, σύμφωνα με τον Αριστόξενο, είναι οι δυναμικές σχέσεις ανάμεσα στους ήχους και όχι τα φυσικά και τα μαθηματικά φαινόμενα που προηγούνται των ήχων. Ερευνητής των δυναμικών σχέσεων και των μηχανικών εφαρμογών ο Κτησίβιος, θα γνώριζε ότι στο σύστημα εκπομπής ήχων που κατασκεύασε, το υδραυλικό όργανο, ο κάθε ήχος αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία λόγων των σχέσεών του με τους άλλους.
Η ΥΔΡΑΥΛΙΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ.
Η ύδραυλις, το "ORGANUM HYDRAVLICUM" του Βιτρουβίου ήταν -όπως φαίνεται και από το όνομά του- ένα υδραυλικό μουσικό όργανο, αποτελούμενο βασικά από μια ορειχάλκινη δεξαμενή, γεμάτη νερό (βωμίσκος) που είχε στο βάθος της ένα ημισφαιρικό κύπελλο αντεστραμμένο (πνιγέας). Το κύπελλο στο κάτω μέρος έφερε ανοίγματα από τα οποία περνούσε το νερό. Πάνω από τον πνιγέα υπήρχαν σωλήνες που ο καθένας τους συγκοινωνούσε με έναν κύλινδρο (πυξίδα), μέσα στον οποίο ένα έμβολο εμπόδιζε την είσοδο του αέρα. Στο έμβολο ήταν δεμένος ένας κανόνας με συνέχεια δεύτερο και ανάμεσά τους είχαν την περόνη. Από την κορυφή του κυλίνδρου έβγαινε ένας μικρότερος κύλινδρος, το πυξίδιον, στο πάνω μέρος του οποίου υπήρχε μικρή οπή γιά να μπαίνει ο αέρας. Κάτω από την οπή υπήρχε δέρμα, το λεπίδιον, που το συγκρατούσαν τα περόνια και το οποίο έκλεινε την οπή. Ο δεύτερος σωλήνας, που άρχιζε από τον πνιγέα, συγκοινωνούσε με άλλο σωλήνα οριζόντιο. Μέσα σ' αυτόν ήταν τοποθετημένοι αυλοί, οι οποίοι στο κάτω μέρος είχαν θήκες τρυπητές, με πώματα. Με την κίνηση του εμβόλου, που οδηγείτο από τον ογκανίσκο (ένα είδος πλήκτρου) και την κυκλοφορία του αέρα, παρήγοντο οι ήχοι από τους αυλούς, από τους οποίους το νερό έδιωχνε τον αέρα. Με την περιγραφή αυτή του οργάνου, η οποία δίνεται αναλυτικά από τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα, τον Φίλωνα τον Βυζάντιο και τον Ρωμαίο Βιτρούβιο και την προοπτική της ανακατασκευής της ύδραυλης του Δίου, ζητήσαμε την γνώμη ορισμένων ειδικών γιά το πόσο δυνατόν είναι ένα τέτοιο εγχείρημα και κατά πόσο μπορούν να αναπαραχθούν οι αρχικοί ήχοι. Γιά τον πρόεδρο του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας (ΚΣΥΜΕ) Σπ. Βασιλειάδη, μπορούμε να υπολογίζουμε μόνο στην προσέγγιση του προβλήματος: "Κατά καιρούς έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες ανακατασκευής αρχαίων μουσικών οργάνων από διάφορους φορείς (μουσικούς, αρχαιολόγους, μηχανικούς ή εργαστήρια μουσικών οργάνων). Οι προσπάθειες βέβαια δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, δηλαδή την επαρκή προσέγγιση του ηχοχρώματος του ανακατασκευασθέντος οργάνου. Το ότι γίνονται τέτοιες προσπάθειες είναι αρκετά προσοδοφόρο για την εξέλιξη της σύγχρονης μουσικής έρευνας, ένας τομέας της οποίας επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην αρχαία παράδοση. Με την πρόοδο της σημερινής τεχνολογίας, νομίζω πως μπορεί να γίνει ουσιαστική προσέγγιση προς τους αρχικούς ήχους της ύδραυλης και όχι αναπαραγωγή των ίδιων των ήχων. Μια μελετημένη τροφοδοσία του ηλεκτρονικού υπολογιστή με επαρκή στοιχεία είναι η πρώτη σωστή ενέργεια. Τα στοιχεία αυτά, όσον αφορά την ύδραυλη, θα πρέπει να ανταποκρίνονται στα τεχνολογικά και μουσικά δεδομένα της εποχής που κατασκευάστηκε το όργανο αυτό".
Τη δυσκολία της πετυχημένης ανακατασκευής επικαλείται και ο αντιπρόεδρος του Κέντρου Σύγχρονης Έρευνας (ΚΣΥΜΕ) μουσικολόγος Ιωάννης Παπαϊωάννου, ο οποίος και παραπέμπει στο "αναντικατάστατο" των βιολιών του 17ου αιώνα "στραντιβάριους" καθώς και στο εκκλησιαστικό όργανο της εποχής του Μπαχ, στο τέλος του ίδιου αιώνα. Για την ιστορία του βιολιού, το οποίο προέρχεται από τη λύρα του 16ου αιώνα, αναφέρεται ότι ο κατασκευαστής Αντρέα Αμάτι μετέφερε την τέχνη του στην Κρεμόνα, όπου ο εγγονός του Νικολό ξεπέρασε όλους τους ανταγωνιστές του στην τέχνη αυτή, μέχρι που και ο ίδιος ξεπεράστηκε από τους μαθητές του, Αντρέα Γκουαρνέρι και Αντόνιο Στραντιβάρι. Το παλαιότερο βιολί που κατασκεύασε ο Στραντιβάρι χρονολογείται από το 1666, όταν ήταν ακόμα 22 χρονών, και είχε την επιγραφή "ANTONIUS STRANTIVARIUS CREMONENSIS ALUMNUS NICOLI AMATI FACIEBAT ANNO 1666". ακολουθούμενη από το προσωπικό του σύμβολο -ένα σταυρό της Μάλτας- και τα αρχικά του. Αργότερα υπέγραφε απλώς "στραντιβάριους". Από τα 500 περίπου βιολιά του που υπάρχουν ακόμα σήμερα, όλοι οι κατασκευαστές βιολιών προσπαθούν να ανακαλύψουν το μυστικό της στίλβωσης και της σωστής εφαρμογής της, προσδιορίζοντας εκεί το κλειδί της ηχητικής τελειότητας. Ωστόσο, η αναπαραγωγή ήχων ενός στραντιβάριους είναι ανέφικτη. Το ίδιο συμβαίνει και με τα εκκλησιαστικά όργανα της εποχής του Μπαχ. Αυτά είχαν συνήθως τρεiς ή τέσσερις σειρές πλήκτρων, σειρά ποδείων και μεγάλο αριθμό αυλών, ποικίλου διαμετρήματος και ύψος οι οποίοι μπορούσαν να μιμηθούν τους ήχους όλων των μουσικών οργάνων. Και στην περίπτωση αυτή, το μυστικό της ηχητικής τελειότητας το γνώριζαν μόνο οι κατασκευαστές της εποχής τους Αντρέα Ζίλμπερμαν από το Στρασβούργο και Γκότφριντ Ζίλμπερμαν από το Φράιιμπεργκ.
Ο επίκουρος καθηγητής του Πολυτεχνείου Βασίλης Καρασμάνης, δρ. Φιλοσοφίας του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, κάτω από την οπτική γωνία της ειδικότητας του (Φιλοσοφία και Επιστήμη των Αρχαίων ), πιστεύει ότι η ανακατασκευή οποιουδήποτε αρχαίου μουσικού οργάνου και στη συγκεκριμένη περίπτωση της ύδραυλης απαιτεί, την παρουσία αντικειμένου ή μεγάλου μέρους αυτού ολές τις περιγραφές και τις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων στο αντικείμενο αυτό και σε άλλα ομοειδή, την εξαντλητική μελέτη των σχετικών κειμένων από ειδκούς επιστήμονες και την ανάλυση των υλικών της κατασκευής. Με τα στοιχεία αυτά και με την καθοδηγηση του κατασκευαστή από τους ειδικούς, θα μπορούσε να προκύψει ένα δημιούργημα που να προσεγγίζει το αρχικό.
Η σπουδαίοτητα της ανάλυσης των υλικών κατασκεύης επισημαίνεται και από τον αρχαιομέτρη καθηγητή του ΕΚΕΦΕ (Δημόκριτος) Μανιάτη Ιωάννη αφού: "η ανάλυση του μετάλλου θα βοηθήσει στον ακρριβή προσδιορισμό του κράματος και τον πιθανό τρόπο κατασκεύης του, δηλαδή αν αυτό ήταν σφυρήλατο ή χυτό. Η δε ανάλυση θα πρέπει να είναι πλήρης, μέχρι ιχνοστοιχεία", γιατί, όπως αναφέρει ο καθηγητής, "στο παρελθόν έγιναν αναλύσεις σε αρχαία καμπανάκια (διονυσιακούς κώδωνες) και στα εργαστηριακά αποτελέσματα διαπιστώθηκαν διαφορές στην χημική σύσταση, οι οποίες συσχετίστηκαν με διαφορετικούς ήχους".
Σε συγκριτικό και πολιτιστικό, επίπεδο, σύμφωνα με τις απόψεις του ενθομουσικολόγου Στέλιου Ψαρουδάκη, τα μουσικά όργανα είναι συνδεδεμένα με την κοινωνία των ανθρώπων που τα χρησιμοποιεί. Το μουσικό υφός δεν εξαρτάται μόνο από τη φύση του οργάνου το οποίο παράγει, αλλά ιδιαίτερα, από τη μουσική παιδεία των ανθρώπων που το χρησιμοποιούν:
Οταν ένα όργανο μεταπηδά από ένα γεωγραφικό πολιτιστικό χρονικό χώρο σ' ένα άλλο (δάνειο) τότε είναι δυνατόν να υποστεί σημαντικές αλλαγές τόσο στην κατασκευή του όσο και στο ύφος της μουσικής που παράγει. Γι' αυτό, θα πρέπει να μελετάται και να περιγράφεται μέσα στο πολιτιστικό του περιβάλλον Η χρήση του ίδιου οργάνου σε άλλο μουσικό πολιτισμό, θα πρέπει να αποτελεί ξεχωριστή μελέτη.

ΗΧΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ.
Η ανασύσταση των ήχων του υδραυλικού οργά-νου του Κτησίβιου, αν δε θεωρηθεί ανέφικτη, θα πρέπει να προσδιοριστεί σαν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της πειραματικής αρχαιολογίας. Ο σκεπτικισμός με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι ειδικοί το πρόβλημα της αναπαραγωγής των ίδιων των ήχων, καθώς και το ιστορικό προηγούμενο των βιολιών "στραντιβάριους" και των εκκλησιαστικών οργάνων της εποχής του Μπάχ, δικαιολογεί μια τέτοια θέση. Ωστόσω, ο Στέλιος Ψαρουδάκης, που από χρόνια ειδικεύεται στην μουσική της αρχαίας τραγωδίας (τον πρόγονο της εκκλησιαστικής μουσικής) προχωράει λίγο παρακάτω:
"Αν ένα αρχαίο όργανο έρθει στο φως, ακόμα κι αν σώζεται ακέραιο και είμαστε σε θέση να κατασκευάσουμε ομοίωμά του και, συνεπώς το σύστημα των φθόγγων (κλίμακα) το οποίο παρήγε, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε την χρήση/μίξη των φθόγγων αυτών. Στην περίπτωση της ύδραυλης του Δίου, η μελέτη του οργάνου προϋποθέτει κατασκευή ομοιώματος, αν βέβαια είμαστε σίγουροι ότι η συναρμολόγηση των μερών είναι σωστή. Αν σώζονται ακέραιοι οι σωλήνες, θα μπορέσουμε να ανασυστήσουμε το σύστημα των φθόγγων του οργάνου με βεβαιότητα. Εφόσον σώζεται και η γεωμετρία των στομίων των σωλήνων, ασφαλώς θα είναι εφικτή και η ανασύσταση του ηχοχρώματος. Το μουσικό ύφος, βέβαια, όπως ήδη εξηγήσαμε, δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε. Από το σημείο αυτό και μετά, θα πρέπει κανείς να ακολουθήσει τις μεθόδους της πειραματικής αρχαιολογίας, δηλαδή, αυτοσχεδιάζοντας και κρίνοντας τα αποτελέσματα. Αυτό μπορεί να συνεχιστεί μέχρι να εξαντλήσουμε τις πιθανότητες. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να ακούσουμε τα σωζώμενα μουσικά κομμάτια παιγμένα στην ανακατασκευασμένη ύδραυλη".
Τα στοιχεία και τους προβληματισμούς αυτούς συζητήσαμε και με τον αναπληρωτή καθηγητή μουσικής-ακουστικής πληροφορικής στο τμήμα Μουσικών Σπουδών του πανεπιστημίου της Αθήνας, Χαράλαμπο Σπυρίδη. Σε ανάλογες εργασίες του ο καθηγητής. ασχολήθηκε σε βάθος με τη φύση της αρχαίας ελληνικής μουσικής ("ένταξη του πρώτου δελφικού ύμνου σε γένη και τρόπους της αρχαίας μουσικής", "A MATHEMATICAL DETERMINATION AND STUDY OF ALL POSSIBLE MODES OF THE SEVEN-NΟTE MUSICAL SCALES" ACOUSTICA 63 και άλλες). Στο συγκεκριμένο πρόβλημα μας δίνει και άλλες χρήσιμες πληροφορίες για το ηχόχρωμα του οργάνου; "Είναι δυνατόν με βάση ορισμένα γεωμετρικά στοιχεία που αφορούν τους ηχητικούς σωλήνες των πνευστών μουσικών οργάνων και με κατάλληλο λογισμικό (SOFTWARE). που στηρίζεται στη θεωρία των ηχητικών σωλήνων, αντηχείων επιστόμιων, καλαμίδων και ακροφυσίων, να υπολογιστεί η ακουστική αντίσταση του οργάνου σε συνάρτηση με τη συχνότητα. Από αυτή μπορεί να προκύψει το φάσμα του ήχου του πνευστού οργάνου οπότε έχουμε άμεσα πληροφορίες για το ηχόχρωμα (χροιά ) του ήχου του οργάνου".
Για τη θεωρία των ηχητικών σωλήνων ανατρέξαμε στο έργο "Μουσική Ακουστική" του παραπάνω καθηγητή, το οποίο απευθύνεται σε φοιτητές τμημάτων μουσικών σπουδών. Εκεί ανάμεσα σε σειρές εξισώσεων, προκύπτουν διάφορα συμπεράσματα, από τα οποία διαπιστώνουμε ότι η προσπάθεια της αναπαραγωγής του αρχικού ήχου της ύδραυλης κάθε άλλο παρά εφικτή είναι. Αναφέρεται λοιπόν, πως όταν το ηχητικό κύμα χτυπάει σ' ένα τοίχωμα υφίστανται ανάκλαση. Το πλάτος και η φάση του ανακλώμενου κύματος, κατά τα γνωστά, εξαρτώνται από την ακουστική αντίσταση του μέσου. Με την επιπρόσθεση του προσπίπτοντος και του ανακλωμένου κύματος δημιουργούνται στάσιμα κύματα τα οποία αποτελούν την βάση παραγωγής του ήχου στα πνευστά τα έγχορδα και τα κρουστά μουσικά όργανα. Σημειώνεται δε ότι, στάσιμα κύματα πάνω σε ηχητικό σωλήνα ορισμένου μήκους είναι δυνατά μόνο για εκείνα τα μήκη κύματος, που ικανοποιούν τις συνθήκες των δεσμών σε ακλόνητα άκρα και των κοιλιών σε ελεύθερα άκρα. Αν σκεφτούμε ότι οι ηχητικοί σωλήνες είναι γεμάτοι αέρα και ότι η ταχύτητα του ήχου στον αέρα εξαρτάται από την ατμοσφαιρική πίεση και την θερμοκρασία. θα βρεθούμε σε άλλα δυσνόητα προβλήματα τα οποία έχουν άμεση σχέση με τις "Περί Αέρα", "Περί Κενού" και "Περί Ηχου" θεωρίες των αρχαίων Ελλήνων, Ο καθηγητής Βενιαμίν Φάριγκτον στο έργο του "Η επιστήμη στην αρχαία Ελλάδα" (εκδόσεις Κάλβος. σελ 212) αναφερόμενος στη μελέτη ενός άγνωστου συγγραφέα που διασώθηκε στη συλλογή των έργων του Αριστοτέλη, προσδιορίζει με σιγουριά την πατρότητα του παρακάτω αποσπάσματος στο Στράτωνα το Λαμψακηνό: "Όλοι οι ήχοι -είτε φωνητικοί είτε άλλοι- δημιουργούνται με την πρόσκρουση πραγμάτων πάνω σε πράματα ή του αέρα πάνω σε πράγματα. Η μετάδοση του ήχου δε γίνεται επειδή ο αέρας αποκτάει ένα ορισμένο σχήμα, όπως νομίζουν μερικοί, αλλά γιατί είναι ελαστικό μέσον που συστέλλεται και διαστέλλεται ανάλογα με τις εσωτερικές ωθήσεις... Γιατί όταν η αναπνοή προσκρούει πάνω στον αέρα, ο αέρας μπαίνει σε βίαιη κίνηση και μεταδίδει την κίνηση αυτή και στο γειτονικό του αέρα. Το αποτέλεσμα είναι πως ο ίδιος ο ήχος μεταδίδεται προς όλες τις κατευθύνσεις και τόσο μακριά όσο φθάνει η κίνηση του αέρα".
Στο σαφές αυτό απόσπασμα φαίνεται πως η εξέλιξη της έρευνας των ιδιοτήτων και των δυνατοτήτων του πεπιεσμένου αέρα, διήλθε από τον 4ο στο 2ο π.χ. αιώνα κάτω από συνεχείς μηχανικές εφαρμογές. Τα 68 πειράματα που έκανε ο Ήρων με πεπιεσμένο αέρα μας πείθουν πως τα μουσικά υδραυλικά όργανα της εποχής αυτής (υδραυλίδες, ρολόγια, συμπλέγματα αγαλμάτων κ.α.), δεν ήταν συμπτωματικές κατασκευές, αλλά προϊόντα ηχητικών μελετών με μηχανικές εφαρμογές.
Στο συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί ο συνεχής ανταγωνισμός των μηχανικών σχολών της Αλεξανδρείας, της Ρόδου και των Συρακουσών, καθώς επίσης και τα έργα των μηχανικών και των μουσικών της περιόδου αυτής. Αν κατανοήσουμε τις αντιλήψεις που είχαν οι επιστήμονεςτης περιόδου αυτής, θα πλησιάσουμε ακόμα περισσότερο τις προοπτικές στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω.

Γιώργος Χαραλαμπόπουλος
Αθήναι

   
 

[Πίσω Επιστήμη] [Πίσω Μουσική] [ Πίσω ΤΕΥΧΟΣ 9ον]