Τα Δώρα της Δήμητρoς

Η φυσιολατρεία στους αρχαίους Έλληνες ήτο γενικευμένη και είχε επηρεάσει βαθύτατα τον ψυχικό τους κόσμο, διά τούτο θεοποίησαν ποικιλοτρόπως τις δυνάμεις της φύσεως καθώς και τα αγαθά που τους προσέφερε.
Τα κυριώτερα μυστήριά των, τελετές και "όργια", συνδέονται με αυτήν την λατρεία και την απόδωση ευχαριστιών προς την "παμμήτηρα" φύσιν.

Η Δήμητρα και η Περσεφόνη, κατ' εξοχήν θεότητες των δυνάμεων της φύσεως, τιμώνται με ιδιαίτερη ευλάβεια και σεβασμό στα πανάρχαια Ελευσίνια και άλλα μυστήρια, όπου και ο Διόνυσος, πολλές φορές ως κατ' εξοχήν Θεός των μυστικών δυνάμεων της φύσεως, "πρωτοστατεί" εις τας "οργιαστικάς" τελετάς κατά τας οποίας ο Έλλην προσπαθεί να ταυτισθή με αυτές τις δυνάμεις. Οι Έλληνες πιτεύουν ότι και οι Θεοί οι ίδιοι σέβονται την φύση και απολαμβάνουν και οι ίδιοι τα δώρα της.* Αμβροσία ήταν η τροφή των αθανάτων, νέκταρ ο γλυκός χυμός των λουλουδιών που αποτελούσε το μυθολογικό ποτό των Θεών. Στην Κρητική Ίδη η μυθολογική αίγα Αμάλθεια και η σύντροφός της Μέλισσα θρέφουν τον νεαρό Δία με γάλα και μέλι. Τους νεκρούς τους οι Έλληνες τους εφοδιάζουν με ένα κομμάτι γλυκό με μέλι γιά να καθησυχάσουν τον Κέρβερο. Βρέθηκαν πραγματικά μεγάλες ποσότητες μελιού στο Νεκρομαντείο του Αχέρωνα και σώθηκαν μέχρι σήμερα σαν απανθρακωμένα λείψανα, μετά την πυρπόληση του ναού από τους Ρωμαίους. Ακόμα και ο Οδυσσέας προσέφερε στους Θεούς του κάτω κόσμου μέλι και γάλα, όταν η Κίρκη τον συμβούλευσε να επικοινωνήση με την ψυχή του τυφλού μάντη Θηρεσία, για να μάθη για το μέλλον του.

Στα ομηρικά έπη, η έννοια "γλυκύς" ήταν συνυφασμένη με το μέλι, και με το επίθετο "μέλισσα" περιγραφόταν η πιό εκλεκτή ποίηση. Και για τους ανθρώπους όμως το μέλι, σαν μόνο γλυκαντικό της εποχής, ήταν ένα βασικό συστατικό της διατροφής τους.

 
Το μέλι

Το μέλι ήταν τροφή γιά τα μωρά, χρησίμευε για φαρμακευτικούς σκοπούς, για γλυκίσματα και ποτά και σαν προσφορά στους Θεούς και νεκρους. Το κερί των μελισσών το χρησιμοποιούσαν γιά να γυαλίζουν τα κιονόκρανα, για το σφράγισμα αμφορέων και την στεγανοποίση των καραβιών. Τα φτερά του Ίκαρου ήταν συγκολλημένα με κερί μέλισσας, γι' αυτό και έλυωσαν όταν έφθασε πολύ κοντά στον ήλιο. Οι σύντροφοι του Οδυσσέα βούλωσαν τ' αυτιά τους με κερί μέλισσας, για να μηνακούσουν τις Σειρήνες. Ο Αριστοτέλης και μετά απ' αυτόν ο Πλίνιος (11.13) μιλούν για ένα είδος μελιού στον Πόντο, που ονόμαζαν εκεί "μαινόμενο" και που προκαλεί ένα είδος λύσσας. Ο Πλίνιος διερωτάται γιατί δεν αρκεί στη φύση να εφοδιάζη τις μέλισσες με φαρμακερά κεντριά, αλλά θέλει και να δηλητηριάζη ακόμη και το μέλι. Στο φαρμακερό αυτό μέλι του Πόντου υπέκυψε στα 401 π.χ. στην Κολχίδα, η στρατιά του Κύρου στην εκστρατεία του εναντίον του αδελφού του, Αρταξέρξη. Σε μια περιοχή που αφθονούσαν οι κυψέλες μελισσών, οι στρατιώτες χάρηκαν το γλυκό μέλι, αλλά δεν άργησαν να αισθανθούν διαταραχές. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα (Ανάβ. 4.8.19) είχαν πέσει κάτω και έδιναν την εντύπωση νεκρών. Φυτρώνει και σήμερα στον Πόντο ένα είδος ροδόδενδρου του οποίου το νέκταρ και το μέλι που βγαίνει απ' αυτό θεωρούνται δηλητηριώδη.

 
Τα αμύγδαλα

Σαν πρώτη εκδήλωση της αναγεννήσεως της φύσεως, όπως και σήμερα το βλέπουμε κάθε άνοιξη, είναι όταν το τοπίο στολίζεται από τον Φεβρουάριο, με τα ροζ λουλούδια της άγριας αμυγδαλιάς. Οι καρποί του μικρού αυτού δένδρου είναι μικροί και ασήμαντοι, αλλά οι αρχαίοι τους θεωρούσαν μαζί με το μέλι σαν εκλεκτό γλύκισμα. Τα πικραμύγδαλα, με το πρωσσικό οξύ, χρησιμοποιούνταν όπως και σήμερα για τα γλυκίσματα ή για την παραγωγή ενός λαδιού που εμπαινε στις αλοιφές και τα αρώματα. Επειδή η σοδειά των αμυγδάλων γενικά ήταν μικρή, γινόταν και σημαντική εισαγωγή. Στο ναυάγιο ενός εμπορικού πλοίου 15μ. μάκρους, έξω από το λιμάνι της Κυρήνειας, βρέθηκε ένα φορτίο από 10.000 σακκιά αμύγδαλα.


Η ελιά

Η ελιά, γνωστή βέβαια σε όλους μέχρι σήμερα, από την απώτατη αρχαιότητα βρίσκεται αυτοφυής στα μη ορεινά μέρη. Είχε "δοθεί" στην Αθήνα από την ίδια την Αθηνά, αλλά, ελειόδενδρα υπάρχουν απεικονισμένα και στις τοιχογραφίες της Κνωσσού. Στην Αθήνα τα ελαιόδενδρα συνιστούσαν και όριζαν τον πλούτο της πόλεως στα χρόνια του Περικλέους. Με λάδι επλήρωναν το σιτάρι που εισήγαγον και αξία του ήταν τέτοια που η εξαγωγή του ήταν μονοπώλιο του Κράτους. Ο Σόλων έδιδε τόση σημασία στην καλλιέργεια της ελιάς ώστε είχε ρυθμίσει με νομοθέτημα ακόμη και τις ελάχιστες αποστάσεις που έπρεπε να φυτεύεται το ένα δένδρο από το άλλο, για να εξασφαλίζεται καλή σοδειά.


Η αγριαχλαδιά

Η γκορτσιά (Pyrus spinosa) είναι ένα παμπάλαιο ελληνικό δένδρο που συχνά μπολιάζεται ακόμη και σήμερα. Τα στυφά μικρά αχλάδια που παράγει το άγριο δένδρο, υποκαθιστούσαν το ψωμί στους Αργείους, όπως τα βελανίδια στους Αρκάδες.


Το κεράσι

Η Ελληνική γη από παλαιά έδινε ωραία φρούτα. Πριν εισαχθούν από την Περσία τα εξευγενισμένα είδη φρούτων, όπως τα ροδάκινα, και πριν ανακαλύψουν οι Έλληνες την τέχνη του μπολιάσματος, στο τραπέζι των προγόνων μας υπήρχαν οι καρποί όπως τους έδινε η φύσις. Όπως το κεράσι που αναφέρεται σ' ένα διάλογο στο βιβλίο του Αθήναιου (2.51) όπου ένας από τους καλεσμένους στο δείπνο Ρωμαίους κατηγορεί τους Έλληνες πως ενώ θέλουν να τα ξέρουν όλα και να δίνουν ονόματα σ' όλα τα πράγματα, δεν γνωρίζουν ότι ο Ρωμαίος στρατηγός Λούκουλος ήταν ο πρώτος που έφερε το κεράσι στην Ιταλία και του έδωσε το όνομα "κέρασος" από τον τόπο καταγωγής του, την Κερασούντα του Πόντου. Σ' αυτό το σημείο σηκώνεται έτοιμος γιά καυγά ο Δίφιλος από την Σίφνο, λέγοντας ότι πολλά χρόνια πριν από τον Λούκουλο, ο διάδοχος του Μεγάλου Αλεξάνδρου Λυσίμαχος είχε εισάγει το κεράσι από την Μικρά Ασία σαν ένα ωραίο ζουμερό φρούτο. Έτσι απεδείχθη πως η κερασιά ήταν γνωστή στους Αρχαίους Έλληνες.
Η αγριοκερασιά είναι αυτοφυής στην Στερεά Ελλάδα, την Εύβοια και την Πελοπόννησο. Στα δάση της Βόρειας Ελλάδος φυτρώνει και η γλυκειά κερασιά.


Η καστανιά

Με το όνομα "Διός Βάλανος" οι αρχαίοι γνώριζαν και την καστανιά. Η ύπαρξη αυτού του ωραίου δένδρου στην Μακεδονία, στο Πήλιο και στην Εύβοια όπου φυτρώνει και σήμερα, είναι βεβαιωμένη από τον Θεόφραστο (4.5.4). Πολλοί οικισμοί είχαν από την αρχαιότητα το όνομα "Καστανέα". Ηρόδοτος (7.183).


Η ροδιά

Άλλο υπέροχο φρούτο για τους αρχαίους ήταν και οι χυμώδεις σπόροι της ροδιάς, ένας καρπός που έπαιξε τόσο μεγάλο ρόλο στον μύθο σαν σύμβολο της γονιμότητος.


Τα εσπεριδοειδή

Τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων τα παίρνουμε συχνά σαν να είναι εσπεριδοειδή που καλλιεργούνται σήμερα σ' όλες σχεδόν τις ζεστές χώρες, αλλά δεν υπήρχαν στην αρχαία Ελλάδα. Ο Θεόφραστος (4.4.2) γνώριζε το δένδρο σαν "μηδικό μήλο" από τις βοτανικές εξερευνήσεις του Μ. Αλεξάνδρου και έχει περιγράψει πολύ χαρακτηριστικά το είδος: αειθαλές φυτό με αγκάθια, και μή εδώδιμους καρπούς αλλά με αρωματική φλούδα. Ασφαλώς εδώ έχουμε να κάνουμε με την νερατζιά.
Μόνο η λεμονιά ήταν γνωστή στην παλιά Ελλάδα, όπου είχε εισαχθεί τον 4ο π.χ. αι. από τις στρατιές του Μ. Αλεξάνδρου.


Το Κυδώνι

Από νεώτερες έρευνες έχει αποδειχθεί πως το κυδώνι ήταν γνωστό από την ομηρική εποχή. Το "κυδώνιον μήλο" μας οδηγεί στην Κρήτη, την χώρα των Κυδώνων. Με το όνομα "μήλον" οι Έλληνες εννούσαν οποιοδήποτε φρούτο, αλλά το κυδώνι που γινόταν, όπως και σήμερα εκλεκτό γλυκό με το όνομα "μηλομέλι" ή "κυδωνομέλι", είχε ιδιαίτερη εκτίμηση. Και το χρυσό μήλο της έριδας, που το αφιέρωσε ο Πάρις στην ωραιότερη Θεά, ήταν προφανώς κυδώνι. Από τότε το κυδώνι ήταν ιερός καρπός της Αφροδίτης και το θεωρούσαν σαν σύμβολο της αγάπης. Ο Σόλων είχε περιλάβει το κυδώνι στους νομοθετικούς του κανονισμούς για την τελετουργία των γάμων. Τι έθιμο διατηρείται ακόμη και σήμερα στην περιοχή της Θράκης όπου οι νιόπαντροι τρώνε ένα κυδώνι πριν την γαμήλια νύκτα για να έχουν φρεσκάδα στο στόμα και γλύκα. Το κυδώνι πρέπει να θεωρηθεί και σαν το μήλο της Μήλου που στόλιζε τα νομίσματα αυτού του νησιού. Η εκλογή του κυδωνιού στην Μήλο δείχνει την αγάπη προς την Θεά στην οποία ήταν αφιερωμένο. Το άγαλμα της Αφροδίτης που βρέθηκε στο νησί επιβεβαιώνει αυτή την αγάπη και αφοσίωση.


Ο λωτός

Ο λωτός με την εντυπωσιακή του ομορφιά και λιτότητα συγχρόνως, το φθινόπωρο παρουσιάζει τους χυμώδεις καρπούς του πάνω στα ξεγυμνωμένα κλαριά του. Το δένδροο μας θυμίζει την χώρα των λωτοφάγων του Οδυσσέα. Είναι αμφίβολο όμως αν ο σημερινός λωτός αντιστοιχεί με τους καρπούς που αναφέρει η Οδύσσεια. Μάλλον πρόκειται για ένα δεύτερο είδος του γένους, τον Diospyroslotus, με καρπούς σαν μεγάλα τζίτζιφα, που βγαίνει μόνο στην Β. Αφρική. Ίσως οι λωτοί πήγαν και συνάντησα τους Αργοναύτες.  Ο Θεόφραστος (3.13.3) μιλά γιά έναν "διόσπυρο" που η περιγραφή του αντιστοιχεί απόλυτα μ' αυτή του δικού μας σήμερα.

 
Τα αγριόχορτα

Οι αρχαίοι Έλληνες στις διατροφικές τους συνήθειες συμπεριελάμβαναν συχνά τα αγριόχορτα τα οποία θεωρούσαν πολύ ωφέλιμα για την υγεία.
Το άγριο καρότο συνήθιζαν να το τρώνε βραστό όπως και σήμερα. Αργότερα ανεκάλυψαν πως τα φύλλα του είχαν θεραπευτικές ιδιότητες και κυρίως για τα καρκινώματα (Διοσκορίδης 3.52).

Από τα φυλλώδη φυτά θεωρούσαν το πικρό ραδίκι (Cichorium intypus) σαν πολύ ωφέλιμο για την υγεία. Τα νέα φύλλα, ακόμη και σήμερα βράζονται και τρώγονται με λάδι και λεμόνι ή ξύδι. Ο Διοσκορίδης (2.159) εκτιμά τις διουρητικές ιδιότητες του φυτού, που είναι ωφέλιμο και για το στομάχι. Το πικρό ραδίκι αναφέρεται ακόμα σ' ένα πάπυρο της 4ης π.χ. χιλιετιρίδας και παρέμεινε σ' όλη την αρχαιότητα σαν ένα πολύτιμο θεραπευτικό χόρτο. Σε μερικά μέρη της Ευρώπης, από την ρίζα αυτού του φυτού φτιάχνουν ένα υποκατάστατο του καφέ (chicoree).

Η πρώτη εντύπωση που δημιουργείται είναι ότι ο Ελληνικός χώρος είναι φτωχός θρεπτικά, παρ' όλα αυτά ακόμη και τους ξερούς μήνες υπάρχουν φρέσκα χορταρικά που μπορούν να συνθέσουν ένα γεύμα πλούσιο σε θρεπτικές και θεραπευτικές ταυτοχρόνως ουσίες. Ένα τέτοιο φυτό είναι η αντράκλα (γλυστρίδα) που είναι αυτοφυής στην Ελλάδα και σκεπάζει το καλοκαίρι με τα ανθεκτικά στην ξηρασία σαρκώδη φύλλα της τα ακαλλιέρητα μέρη. Γίνεται δροσιστική σαλάτα ακόμη και σήμερα. Και οι αρχαίοι γιατροί είχαν αναγνωρίσει στα φύλλα της αντράκλας δροσιστικές ιδιότητες. Ο Διοσκορίδης συνιστά την "αδράχνη", όπως την ονομάζει, για τον πονοκέφαλο, το έλκος στομάχου, για τα μάτια, τα νοσήματα της κύστης και την σπλήνα. Στην λαϊκή ιατρική, η αντράκλα θεωρείται ακόμη και σήμερα σαν διουρητική και χρήσιμη στις χολολιθιάσεις. Ο Πλίνιος (20.120) επεκτείνει στο άπειρο τις θεραπευτικές ικανότητες της "γλυστρίδας" και την βλέπει ακόμη και σαν φυλακτό. Ο Γαληνός χρησιμοποιούσε την αντράκλα σαν φάρμακο και μιλούσε γιά την εξαιρετική δύναμη του χυμού των φύλλων της.

Ένα άλλο φυτό με σαρκώδη φύλλα, που το εκτιμούσαν πολύ στην αρχαία κουζίνα, ήταν το κρίταμο το οποίο στολίζει τα παραθαλάσσια βράχια της χώρας μας.

Με το όνομα "κρίθμον" οι πρόγονοί μας ήθελαν να δείξουν την ομοιότητα που έχουν οι σπόροι του φυτού με το κριθάρι. Πρίν από την άνθηση, τα νεαρά φύλλα βράζονται σε κρασί και τρώγονται σαν σαλάτα. Ο Διοσκορίδης (2.156) και ο Πλίνιος (26.50) είχαν μεγάλη εκτίμηση για το κρίταμο, που περιέχει αιθέρια έλαια, μεταλλικά άλατα, ιώδιο και βιταμίνες, όλα συστατικά ορεκτικά, τονωτικά και καθαρτικά του αίματος.

Στα παραθαλάσσια πάλι μέρη βρίσκονται οι αρμυρήθρες. Είναι ένα τυπικό φυτό των παραλιακών περιοχών, που αποθηκεύει στα κύτταρά του μέχρι 17% αλάτι και είναι πλούσια τροφή σε θερμίδες. Το αναφέρει ο Γαληνός ως πρώτη ύλη κατασκευής σαπουνιού, εξηγώντας πως με την καύση του παράγεται νάτριο (σόδα).

Ο Διοσκορίδης μας μιλά για την κάππαρη. Η κάππαρη, με το υπέροχο άρωμα, τρωγόταν όπως και σήμερα μέσα σε σαλάτες και σάλτσες. Ο Αθήναιος αναφέρει την κάππαρη σε έξη σημεία του βιβλίου του και βάζει τον φιλόσοφο Ζήνωνα να ορκίζεται στην κάππαρη, όπως ο Σωκράτης ορκιζόταν στον σκύλο. Ο ποιητής Αντιφάνης αναφέρει την κάππαρη στον κατάλογό του των μπαχαρικών, μαζί με το αλάτι, θυμάρι, σουσάμι, μαντζουράνα, ξύδι και ελιές.

Το μούσκαρι το πολύκομον, στους βολβούς του οποίου έδιναν διουρητικές ιδιότητες, όπως γενικά σ' όλα τα κρεμμύδια, το εκθείζαν σαν νόστιμη και θρεπτική τροφή (Διοσκορίδης 2.200). Ο βοουκολικός ποιητής Θεόκριτος αναφέρει τους "βολβούς", όπως τους ονομάζουμε και σήμερα, σαν απαραίτητο συστατικό ενός χωριάτικου γεύματος, μαζί με σαλιγκάρια και λίγο κρασί.

Όπως και σήμερα, οι αρχαίοι έδιναν νοστιμιά στα φαγητά τους με αρωματικά φυτά. Σε Μυκηναϊκά πήλινα πλακίδια βρέθηκαν λογαριασμοί για το εμπόριο κορυάνδρου, κίμινου, μέντας και μαράθου. Στα χωράφια μάζευαν τον μαϊντανό, που ίσως να ήταν ο "σίσων" του Διοσκορίδη. Το "άνιθον" του ίδιου (3.60) με την χαρακτηριστική του μυρωδιά, ήταν ιδιαίτερα περιζήτητο στα αρχαία χρόνια.

Στο γνωστό σε όλους σκόρδο ο Αριστοφάνης έβλεπε ένα σύμβολο σωματικής δυνάμεως. Οι Θεοί το "περιφρονούσαν" λόγω της μυρωδιάς του και κανένας πιστός δεν μπορούσε να πατήσει σε ναό όταν είχε φάει σκόρδο. Ο Διοσκορίδης αναφέρει και μία άγρια ποικιλία σκόρδου την οποία ονομάζει "οφιόσκορδο" και της αποδίδει διάφορες ιδιότητες: αποβολή της ταινίας του εντέρου, θεραπεία για  δαγκώματα από σκύλους, φίδια κ.λ.π. Σε ανάμιξη με μέλι, το σκόρδο εχρησιμοποιήτο για την λέπρα και τα εκζέματα.

Οι αρχαίοι Έλληνες επιστράτευαν την φαντασία τους ακόμη και στην διατροφή τους, έχοντας συγχρόνως απόλυτη γνώση και των ιδιοτήτων όλων των φυτών. Λόγου χάριν, οι Αρκάδες τρέφονταν με βελανίδια και ρίζες ασφοδέλου.

Ανάμεσα στα άγρια χορταρικά, σαν τροφή ήταν και το λούπινο ή πικροκουκιά. Είναι αυτοφυές φυτό στην Πελοπόννησο, στην δε Μάνη κατά τον 19ο αι. ήταν η κύρια τροφή και οι κάτοικοί της ονομάζονταν "λουπινοφάγοι". Το αφέψημα του λούπινου χρησιμοποιήθηκε σε καταπλάσματα, πλύσεις, πυριάματα και με μεγάλη επιτυχία κατά χρονίων δερματικών παθήσεων όπως εκζέματα και λειχήνες. Η λουπίνη, όπως αναφέρει ο Delestre, χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία, σε αντικατάσταση των αλάτων της κινίνης, κατά των πυρετών. Το λούπινο έχει πικρή γεύση και οι καρποί του, γιά να γίνουν βρώσιμοι, πρέπει να παραμείνουν μέσα στο νερό. Για την πικρή γεύση του λούπινου υπάρχει μια ιστορία που αποδίδεται στον Ζήνωνα από το Κίτιο, ο οποίος ήταν θεμελιωτής της Στωϊκής σχολής. Σύμφωνα με την ιστορία, ο Ζήνων σύγκρινε τον εαυτό του με ένα λούπινο που ξεπικραίνει όταν μουσκευτεί σε υγρό, όπως και ο ίδιος γινόταν πιό ευγενικός όταν έπινε κρασί. Τα λούπινα ήταν και η ειδική τροφή των επισκεπτών του Νεκρομαντείου στον Αχέρωνα, σαν προετοιμασία για την ιερή πράξη της επικοινωνίας με τους νεκρούς. Ορισμένα αλκαλοειδή που περιέχουν τα λούπινα προκαλούν έκσταση και ελάττωση των αισθήσεων, όπως το ήθελαν οι μάντεις για να επιτύχουν την επικοινωνία με τις ψυχές των πεθαμένων.

Ένα άλλο πολύ θρεπτικό φυτό που ήταν ιθαγενές στην Κρήτη και στην Ρόδο είναι η χαρουπιά. Το επιστημονικό της όνομα προέρχεται από το "κέρατον" (Ceratonia siliqua) που δείχνει και την μορφή που έχει ο καρπός. Οι ξεραμένοι σπόροι του χρησίμευαν στην Αφρική σαν βαρίδια για το ζύγισμα των μπαχαρικών και στις Ινδίες για το χρυσάφι και τα πετράδια. Από αυτό προέρχεται και η μονάδα βάρους "καράτι" που χρησιμοποιείται και σήμερα για τα κοσμήματα. Το βάρος του σπόρου της χαρουπιάς κυμαίνεται ομοιόμορφα μεταξύ 189 και 205 χιλιοστών του γραμμαρίου και το σημερινό καράτι έχει επίσημα καθορισθεί στα 200 χιλιοστά του γραμμαρίου.

Μελία Ινάχου

 

[ Πίσω Οικολογία ] [ Πίσω Παράδοσις ]