ΤΟ ΑΤΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
κριτική άρθρου του προηγουμένου τεύχους

Η ανάγνωση άρθρου του προηγουμένου τεύχους που αφορούσε την κατάσταση των ατομικών δικαιωμάτων στην αρχαιότητα, μας ωθεί, έστω και ακροθιγώς, στην διατύπωση σοβαρών μεθοδολογικών αντιρρήσεων σχετικά με την προσέγγιση του όλου ζητήματος.
Κατά πρώτο λόγο, θεωρούμε άδικη γιά τις αρχαίες κοινωνίες την εφαρμογή του κριτηρίου της συγχρονικότητος ιδίως όταν το ερευνητέο θέμα ανάγεται στην σφαίρα των ατομικοκοινωνικών δικαιωμάτων. Ο ισοπεδωτικός δηλαδή παραλληλισμός που προκύπτει από την κατάργηση της ιστορικής αποστάσεως που χωρίζει την εποχή μας από την αρχαιότητα αποβαίνει σχεδόν πάντα μειωτικός γιά την τελευταία.
Η συρρίκνωσις του ιστορικού χρόνου στην σύγκριση της συγχρόνου διαμορφώσεως του πεδίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με προτερόχρονες ιστορικές περιόδους οδηγεί σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Στήν παγίδα του συγχρονικού συγκριτισμού πέφτουμε όταν αντί να προσβάλλουμε την θετική αποτύπωση κάποιων ιστορικών καταστάσεων, αναλίσκουμε τις προσπάθειές μας στην διαπίστωση των αρνητικών τους όψεων. Έτσι σε σχέση με το θέμα των ατομικών δικαιωμάτων, αντί να εστιάζουμε το όλο ζήτημα στην μεγαλειώδη και ιστορικά καινοφανή κατοχύρωση των δικαιωμάτων της ισονομίας, ισηγορίας και ελευθέρας προσβάσεως στα πολιτειακά αξιώματα γιά το τμήμα έστω του πληθυσμού που αποτελούνταν από τους ελευθέρους πολίτες, φαίνεται κάποιους να τους απασχολεί αποκλειστικά το ζήτημα της καταπιέσεως των γυναικών, των δούλων, των ξένων και των πενήτων.
Όμως όλες οι παραπάνω πληθυσμιακές και κοινωνικές κατηγορίες ωφελήθηκαν μακροϊστορικά από την επέκταση σε αυτές των βασικών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που πρωτοκατέκτησαν γιά τους εαυτούς τους οι άρρενες ελεύθεροι πολίτες της ελληνικής αρχαιότητος.
Ένα άλλο ζήτημα μεθοδολογίας ανακύπτει από την σύγκριση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με τα σύγχρονά του πολιτισμικά μορφώματα άλλων λαών.
Εδώ, πράγματι το κριτήριο της συγχρονικότητας βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του διότι εξετάζοντας ιστορικά ομόχρονες καταστάσεις αφ' ενός δεν καταβάλλεται προσπάθεια να συγχρονιστούν αυθαίρετα ετερόχρονες εποχές όπως η δική μας με την αρχαιότητα αφ' ετέρου καταργούνται ως απαράδεκτες οι ιστορικές, φιλοσοφικές και ανθρωπολογικές συντεταγμένες που ισχύουν γιά την κάθε μία ξεχωριστά.
Με βάση όλα τα παραπάνω θα ήταν περιττό να τονίσουμε την υπεροχή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού στον τομέα των ατομικών δικαιωμάτων, σε σχέση με τους υπόλοιπους συγχρόνους του πολιτισμούς. Αλλά και στο ζήτημα της δουλείας, ενώ στις Ινδίες π.χ. το σύστημα με τις κάστες θεμελιώνεται μεταφυσικά με τον νόμο της Καρμικής αιτιότητας, στις αρχαίες ελληνικές κοινωνίες η δουλεία θεωρείται απλά σαν μεταβλητή κοινωνική συνθήκη και παραβίαση του φυσικού δικαίου σύμφωνα με τον Αριστοτέλη [Πολιτ. 1253β, 23-25]: "Νόμω γαρ τον μεν δούλον είναι τον δ' ελεύθερον, φύσει δ' ουδέν διαφέρειν. Διόπερ ουδέ δίκαιον βίαιον γαρ". Έτσι αυτό που θεωρείται με σύγχρονα (χριστιανικά και μη) ηθικοφιλοσοφικά κριτήρια σαν το "στίγμα" του αρχαίου κόσμου είναι τουλάχιστον μία υποκριτική θέση αν αναλογισθούμε την εξέλιξη της δουλοπαροικίας μετά την επικράτηση του χριστιανισμού μέχρι την κατάσταση των Αφροαμερικανών σκλάβων μόλις τον προηγούμενο αιώνα.
Άλλωστε, δεν μπορούμε να ξέρουμε κατά πόσον η εφαρμογή νομοθεσιών που σήμερα μας φαίνονται "ρατσιστικές", "αντιφεμινιστικές" ή "ξενόφοβες" σε περιπτώσεις που συγκρούονταν με την παγκοίνως παραδεκτή από τον αρχαιοελληνικό κόσμο ρήτρα της επιείκειας δεν οδηγούσε στην αλλοίωση ή σταδιακή ανενέργεια του περιεχομένου τους. Την μήτρα αυτή της επιείκειας περιγράφει ο Αριστοτέλης σαν "Το παρά τον γεγραμμένον νόμον δίκαιον" [Ρητ. 1374 α. επ] που προσπαθεί να εναρμονίσει το αυστηρό γραπτό δίκαιο με τις αρχές του άγραφου φυσικού νόμου που περικλείει πανανθρώπινες και οικουμενικές αξίες.
Η έλλειψη πηγών νομολογίας αρχαίων δικαστηρίων δεν μας επιτρέπει να διαγνώσουμε κατά πόσον αυτά περιοριζόντουσαν στην αυστηρή τυπικότητα του νόμου ή έδιναν περιθώρια επιεικέστερης διαπλαστικής του ερμηνείας. Η δεύτερη εκδοχή που προϋπέθετε την εφαρμογή της ρήτρας της επιείκειας μας φαίνεται, προσωπικά, σαν η περισσότερο πιθανή.
Σαν ενίσχυση των ισχυρισμών μας, ας κλείσουμε το σύντομο αυτό σημείωμα παραθέτοντας τα λόγια του Γοργία "Πολλά μεν δη το πράον επιεικές του αυθάδους δικαίου προκρίνοντες, πολλά δε νόμου ακριβείας, λόγων ορθότητα" [Diels, Vorsokr. 6,15].

Σίμος Κοτσίνας
Θεσσαλονίκη.

 
[ Πίσω ΤΕΥΧΟΣ 5ον]