ΗΘΗ ΚΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ «ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ»

Είναι γνωστό ότι στην αρχαιότητα υπήρχαν πάρα πολλές γιορτές, καθ' όλη την διάρκεια του έτους. Γιορτές, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές, περισσότερο ή λιγότερο μεγαλοπρεπείς, τοπικές ή πανελλήνιες, για κάθε σημαντική στιγμή της ζωής του ανθρώπου.

Περί Εορτών γενικότερα

Η χριστιανική εκκλησία έχει πολλούς δεσμούς, άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο φανερούς, μ' ένα προχριστιανικό παρελθόν. Ο χριστιανισμός διατηρεί ακόμη και σήμερα, ιδέες που κάθε άλλο παρά χριστιανικές είναι. Πανάρχαιες δοξασίες, είναι βαθιά ριζωμένες στο πνεύμα του λαϊκού ανθρώπου, κληρονομημένες από την αρχαιότητα. Έτσι, στην θέση των Εθνικών Θεών, ο λαός (έμμεσα η Εκκλησία) τοποθέτησε τους αγίους και τους έδωσε τις ιδιότητες που πρωτύτερα είχαν οι «Εθνικοί» Θεοί. Αντί του Δία λοιπόν, στις κορυφές των βουνών κατοικεί τώρα ο προφήτης Ηλίας (20 Ιουλίου)^ έγινε ο έφορος της βροχής και των ανέμων, των βροντών και των αστραπών. Κατά τις σύγχρονες λαϊκές δοξασίες, ο προφήτης τρέχει με το άρμα του στον ουρανό και κυνηγά κάποιον δράκοντα ή ακόμη και τον ίδιο τον διάβολο (!), έχοντας σαν όπλο τον τρομερό κεραυνό, αρχαίο σύμβολο δύναμης και εξουσίας του Διός ... Είναι επίσης πανελλήνια συνήθεια να χτίζονται οι ναοί του προφήτη Ηλία στις κορυφές των βουνών. Πολλές κορυφές φέρουν τ' όνομα Άϊ Λιάς, ενώ στις περισσότερες από αυτές είναι χτισμένα ξωκλήσια αφιερωμένα σ' αυτόν. Ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης απέδειξε ότι αυτή η παράδοση έχει την πηγή της και πέρα από την αρχαιοελληνική εποχή. Ο χριστιανικός προφήτης Ηλίας έχει υστερογενή σχέση με τον Δία, ενώ άμεση είναι η σχέση του με τον Θεό Ήλιο, με τον οποίο μάλιστα ταυτίζεται και κατ' όνομα. Ο Δίας, ταυτίζονταν κι αυτός με τον Ήλιο, και σαν Θεός εξουσιαστής των μετεωρολογικών φαινομένων, λατρεύονταν πάνω στις κορυφές, που ήταν και η ιδανικότερη τοποθεσία για μια τέτοια λατρεία. Έτσι εξηγούνται και οι φωτιές που ανάβουν στις 20 Ιουλίου πάνω στις κορυφές. Όπως τότε, που γίνονταν θυσίες στους βωμούς του Διός, έτσι και τώρα, σε πολλές περιπτώσεις γίνονται επίσης θυσίες, κυρίως αλεκτοροθυσίες, στα εκκλησάκια του προφήτη Ηλία. Στα ελληνικά χωριά της βόρειας Θράκης, στην γιορτή του αγίου, θυσίαζαν έναν ταύρο, που έπρεπε να είναι ακμαίος και ανευνούχιστος και να μην έχει ακόμη ζευχθεί στο ζυγό. Το θύμα, πριν από την θυσία, αγιάζονταν από τον ιερέα του χωριού, ενώ το κρέας μοιράζονταν στους κατοίκους και τα κόκαλα θάβονταν σαν ιερά. Μιλάμε για μια τέλεια απομίμηση των αρχαίων θυσιών...

Ο άγιος Νικόλαος (6 Δεκεμβρίου), αντικατέστησε τον Ποσειδώνα. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο άγιος, ήταν κάποιος επαγγελματίας θαλασσινός, που βαρέθηκε τα ναυάγια και τις περιπέτειες της θάλασσας και είπε να την εγκαταλείψει. Πήρε λοιπόν ένα κουπί και προχώρησε προς το εσωτερικό της χώρας, ρωτώντας τους ανθρώπους που συναντούσε, αν ήξεραν τι ήταν αυτό που κρατούσε. Όσο οι άνθρωποι ανεγνώριζαν το κουπί, αυτός προχωρούσε βαθύτερα στη χώρα, ώσπου κάποτε συνάντησε ανθρώπους που ήταν πολύ μακριά από την θάλασσα και φυσικά στην ερώτησή του, απάντησαν «είναι ξύλο». Τότε ο άγιος αντελήφθη ότι βρισκόταν πολύ μακριά από την θάλασσα, και εκεί έστησε την σκήτη του και άγιασε. Μην έχοντας τι άλλο να κάνει, όλη μέρα προσεύχονταν για τους ναυτικούς που ταξίδευαν. Αυτή όμως η παράδοση - που αναφέ-ρεται πιο πολύ στον προφήτη Ηλία - βρίσκει τα στοιχεία της στον αρχαίο μύθο του εξιλασμού του Οδυσσέως. Ο Όμηρος μας διηγείται, ότι ο Τειρεσίας συμβούλεψε τον Οδυσσέα κατά την επίσκεψή του στον Άδη, πως αφού εκδικηθεί τους μνηστήρες, να πάρει ένα κουπί και να πάει σε χώρο μεσόγειο, όπου οι άνθρωποι δεν θα έχουν ιδέα από θάλασσα και εξαρτήματα πλοίων. Ο Οδυσσέας θα βεβαιωθεί πως βρήκε αυτόν τον τόπο, όταν ρωτήσει έναν οδοιπόρο για το κουπί και εκείνος του απαντήσει πως είναι φτυάρι. Τότε, ο Οδυσσέας έπρεπε να μπήξει το κουπί στη γη, να θυσιάσει στον Ποσειδώνα και έτσι θα συμφιλιωθεί μαζί του.

Πλήθος από τους «δαίμονες» του αρχαίου κόσμου πέρασαν στις δοξασίες του λαού : η παιδοπνίχτρα Γελλώ, οι ονοσκελίδες, οι Μοίρες, ο Χάρων, η Λάμια, οι στρίγγλες, οι γοργόνες των νεοελληνικών παραδόσεων. Οι αρχαίες επιβιώσεις είναι σε πολλές περιπτώσεις εντυπωσιακές, όπως η τέλεση αιματηρής θυσίας μέσα σε εκκλησία, παρά το γεγονός ότι τίποτε δεν πολεμήθηκε περισσότερο κι αυστηρότερα, από την αρχή των χριστιανικών χρόνων, όσο οι αιματηρές θυσίες. Στο ελληνικό χωριό Φάρασα της Καππαδοκίας, όλοι οι κάτοικοι θυσίαζαν ζώα με την παραμικρή ευκαιρία, και η θυσία γίνονταν πολλές φορές μπροστά στην άγια Τράπεζα, όπου υπήρχε στημένη μια στρόγγυλη ή τετράγωνη πέτρα, το «θάλι» (λιθάρι). Στα Φάρασα, την Καισάρεια και την Ναζιανζό της Καππαδοκίας, λίγους αιώνες πριν, άνθισε, ρίζωσε και βλάστησε ο Χριστιανισμός. Όμως το έθιμο αυτό το τηρούσαν με απόλυτη πίστη ως την Μικρασιατική καταστροφή το 1922, οπότε και αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα. Οι Έλληνες της Καππαδοκίας λοιπόν, που έπαθαν τόσες συμφορές και κινδύνευσαν να χάσουν την εθνική τους γλώσσα, κράτησαν αλώβητα και ακέραια τα έθιμα των Ελλήνων προγόνων τους.

Ο Κοσμάς και ο Δαμιανός διαδέχθηκαν τους Διόσκουρους... Οι αντιστοιχίες και οι αντικαταστάσεις,μπορούν να γεμίσουν βιβλία ολόκληρα. Τα περισσότερα λατρευτικά έθιμα λοιπόν, αλλά και τα σχετικά με τους αγίους, έχουν τη σφραγίδα της αρχαίας καταγωγής, όπως θα δούμε διεξοδικότερα και παρακάτω.

Μία από τις πιο πλούσιες περιόδους σε εορταστικά δρώμενα, είναι και το σημερινό «δωδεκαήμερο», από τα Χριστούγεννα δηλαδή έως και τα Φώτα. Ο λόγος λοιπόν που επιλέχθηκε αυτή η περίοδος, για τον εορτασμό μιας από τις μεγαλύτερες γιορτές του χριστιανισμού, δεν ήταν καθόλου τυχαίος. Όλες οι μεγάλες δεσποτικές γιορτές του χριστιανισμού, έχουν αρχαίους προχριστιανικούς πυρήνες.

Ένα πολύ βασικό στοιχείο της περιόδου αυτής, είναι το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 21 Δεκεμβρίου, και η ημερολογιακή αρχή του Χειμώνα. Όπως είναι γνωστό, οι ισημερίες και τα ηλιοστάσια ήταν πολύ σημαντικές περίοδοι και ξεχωριστής σημασίας ημέρες για τους αρχαίους προχριστιανικούς λαούς. Στο χειμερινό ηλιοστάσιο έχουμε τον ήλιο να «περνά» από το νοτιότερο σημείο της ελλειπτικής, οπότε έχουμε και την μικρότερη σε διάρκεια ημέρα, στο βόρειο ημισφαίριο. Στα δύο αυτά σημεία (χειμερινό και θερινό ηλιοστάσιο), ο ήλιος φαίνεται σαν να «ίσταται» κατά την διέλευσή του, γι αυτό και ονομάστηκαν ηλιοστάσια.

Στα χρόνια του Σεπτίμιου Σεβήρου (193-211) και ιδιαίτερα του Αυρηλιανού (270-275), η λατρεία του Ήλιου είχε σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση, και τα γενέθλιά του γιορτάζονταν στις 25 Δεκεμβρίου. Για να εξαλείψει την επίδραση και την μνήμη της Μιθραϊκής λατρείας, η Εκκλησία τοποθέτησε την γιορτή της γέννησης του Χριστού στην ίδια μέρα (από το 352 κι εφεξής). Ο Χριστός μάλιστα, «έπρεπε να είναι ο έκτοτε Ήλιος, ο δίδων το φως εις τον κόσμο», έπρεπε δηλαδή ν' αφομοιώσει, για παραπλανητικούς λόγους, στοιχεία της Μιθραϊκής λατρείας. Τους πρώτους τέσσερις αιώνες του χριστιανισμού, η εορτή των Χριστουγέννων συνεορτάζονταν μετά τα Θεοφάνια, διότι δεν ήταν γνωστή η μέρα της γέννησης του Ιησού !...

Επί πάπα Ιουλίου Α' (336-352), θεσπίστηκε ως μέρα εορτασμού των Χριστουγέννων η 25η Δεκεμβρίου, αφού όπως πιστεύεται, διαπιστώθηκε η ακριβής ημερομηνία γέννησης του Χριστού, ύστερα από έρευνα που έγινε στα Αρχεία της Ρώμης για την χρονιά της επί Αυγούστου απογραφής και κατόπιν υπολογισμών και συνδυασμών επί διαφόρων χωρίων του Ευαγγελίου ...(!) Ένα άλλο «στοιχείο» που λήφθηκε υπ' όψιν, είναι η φράση του Ιωάννη του Προδρόμου : «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελατούσθαι (Ιωάν. γ΄ 30). Έτσι η γέννηση του Χριστού τοποθετήθηκε μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο οπότε αρχίζει και η αύξηση της διάρκειας των ημερών. Από την Δύση μεταδόθηκε και στην Ανατολή, κι έτσι μετά από 40 περίπου χρόνια όλος ο χριστιανικός κόσμος συνεορτάζει τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου, εκτός της Αρμένικης Εκκλησίας, η οποία συνεορτάζει τα Χριστούγεννα στις 6 Ιανουαρίου μετά των Θεοφανίων (ας μην γίνεται σύγχυση των παραπάνω τηρουμένων εθίμων, με τα αντίστοιχα των παλιοημερολογητών^ η διαφορά στις ημερομηνίες οφείλεται σε άλλους λόγους).

 

 
Τα Χριστούγεννα


Τα Χριστούγεννα λοιπόν, το έθιμο θέλει να στολίζεται ένα δέντρο (έλατο κατά προτίμηση), ενώ σε πολλά μέρη της Ελλάδας, αντί του δέντρου στολίζεται ένα καΐκι ή μικρό καράβι. Νησιώτικο κυρίως έθιμο, αλλά τηρείται και σε πολλά ηπειρωτικά μέρη. Όσο αναφορά το χριστουγεννιάτικο δέντρο, είναι ένα ξενόφερτο έθιμο (Φράγκικο), από τις αρχές του αιώνα. Παρ' όλα αυτά όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί νοθεία για τα χριστιανικά Χριστούγεννα. Το είδαμε από τους ξένους, μας άρεσε, και το καθιερώσαμε κι εμείς, αφού το τροποποιήσαμε λιγάκι, ώστε να ταιριάζει με το δικό μας έθιμο που απαιτεί το μοίρασμα των δώρων την Πρωτοχρονιά. Αυτό ισχύει για όλα^ τα κρατούμε λιγάκι τροποποιημένα, τόσο όσο να εξυπηρετούνται «κάποιες» θρησκευτικές ανάγκες ... Σε πολλά χωριά   υπάρχει και το έθιμο της χριστουγεννιάτικης φωτιάς. Την νύχτα των Χριστουγέννων, μια νύχτα κρύα και παγωμένη, σε κάθε σπίτι πρέπει να καίει διαρκώς η φωτιά στο τζάκι, (που εξυπηρετεί και στον εκφοβισμό των καλικατζάρων). Για τον λόγο αυτόν, το πιο διαλεχτό και πιο μεγάλο κούτσουρο, φυλαγμένο μέχρι τότε, την παραμονή των Χριστουγέννων, το φέρνουν κοντά στο τζάκι και το πασπαλίζουν με αμύγδαλα, καρύδια και ξηρούς καρπούς της περασμένης χρονιάς. Τα μικρά παιδιά έχουν μοναδική τους έγνοια, να μαζέψουν τα «καταχύματα». Πίσω από τις παιδικές φωνές, αυτό το έθιμο εκφράζει το «καλωσόρισμα» της οικογενείας στον μεγάλο κορμό, που τώρα φέρει το ιερό όνομα «χριστόξυλο» και που σε λίγο θα χαρίσει την ποθητή θαλπωρή. Σε μερικά μέρη, τη φωτιά αυτήν που ανάβουν, τη σταυρώνουν τρεις φορές, χύνοντας πάνω της σταυρωτά κρασί κόκκινο. Έχουμε δηλαδή μια ακέραια αρχαία τελεστική σπονδή, όπως συνηθίζονταν να γίνεται στην ιερή εστία του οίκου.

Ο σύνδεσμος της χριστουγεννιάτικης φωτιά με την γεωργική ζωή είναι τόσο δυνατός, που σε πολλά μέρη φέρνουν κοντά στο τζάκι το ίδιο το υνί του αλετριού, το θαυματουργό εκείνο σύνεργο της σποράς, και το ακουμπούν πλάι στη φωτιά. Την ίδια νύχτα βάζουν πάνω στο υνί κάρβουνα και λιβάνι, και κρατώντας το στα χέρια, γυρίζουν και θυμιάζουν όλα τα δωμάτια, αλλά προπάντων το στάβλο, όπου θυμιάζουν από κοντά τα ζώα αλλά και τα άλλα γεωργικά εργαλεία. Σε μια άλλη έκφραση της ίδιας πλευράς του γεωργικού βίου, είναι πολύ σπουδαία η στιγμή που θα έρθει κάποιος σε επαφή με την ιερή φωτιά, και οι πρώτες κουβέντες που θα ξεστομίσει. Για τον λόγο αυτόν, διαλέγουν ένα «τυχερό» παιδί, ένα «μαννοκυρουδάτο», έναν «παίδα αμφιθαλή», που θα τον βάλουν να ανακατέψει πρώτος την φωτιά. Του δίνουν ένα μακρύ ραβδί, και του ορμηνεύουν τι θα πει. Εκείνο τότε, ανακατεύοντας την φωτιά, λέει την σπουδαία ευχή που είναι μαζί και προφητεία : «Πουλιά, κατσίκια, αρνιά, γρόσια!». Τέσσερις λέξεις περιέχει η παιδική ευχή, που όμως εκφράζουν το ίδιο άσβηστο όνειρο των Ελλήνων αγροτών... Τα υπολείμματα της ιερής φωτιάς, πιστεύουν ότι έχουν χρήσιμες ιδιότητες για την σοδειά των χωραφιών. Μαζεύουν λοιπόν την στάχτη και την ρίχνουν στα χωράφια. Επίσης και τα μισοκαμμένα δαυλιά τα παραχώνουν κι αυτά στα χωράφια. Άκαρπα δέντρα θα καρπίσουν, πιστεύουν, και χαλάζι κι αναποδιές θα κρατηθούν μακριά. Η έγνοια για τα αποτελέσματα της σποράς παραμένει το άσβηστο όνειρο της αγροτιάς. Το ίδιο άσβηστη φροντίζουν να διατηρούν και την ιερή φωτιά στο τζάκι τους, την νύχτα των Χριστουγέννων. Σε άλλα μέρη, η στάχτη από το τζάκι κατά την διάρκεια του δωδεκαήμερου, θεωρείται «κακή και άχρηστη», διότι είναι «μολυσμένη» από τους «βρωμερούς» καλικατζάρους που συνηθίζουν να κρύβονται μέσα σ' αυτήν, όπως πιστεύεται.

Μια από τις μεγαλύτερες και παλαιότερες γιορτές του Ρωμαϊκού ημερολογίου ήταν και τα Σατουρνάλια, που γιορτάζονταν προς τιμή του Σατούρνου κι άρχιζαν στις 17 Δεκεμβρίου. Ο Σατούρνος ήταν Ρωμαϊκός αγροτικός Θεός, προστάτης των χωρικών και των αμπελουργών. Ενώ αρχικά δεν είχε καμία σχέση με τον Ελληνικό Κρόνο, ταυτίστηκε αργότερα με αυτόν, από τον ποιητή Έννιο, ο οποίος συνέπλεξε τους σχετικούς μύθους και των δύο. Στο διάστημα που διαρκούσαν τα Σατουρνάλια, έβγαζαν από το άγαλμα του Θεού που υπήρχε στο Ναό, τις μάλλινες ταινίες με τις οποίες έδεναν το άγαλμα τον υπόλοιπο χρόνο, για να μην μπορεί ο Θεός να φεύγει και να εγκαταλείπει την περιοχή όπου έδινε πλούτο κι ευημερία. Εξ αιτίας του συσχετισμού του με τον Κρόνο, ο Σατούρνος θεωρήθηκε ότι ήταν βασιλιάς στην Χρυσή Εποχή, όπου δεν υπήρχαν κοινωνικές διακρίσεις, ατομική ιδιοκτησία, και δυστυχία, αλλά υπήρχε αγάπη και σεβασμός ανάμεσα στους πολίτες, οι οποίοι ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία. Τα Σατουρνάλια, ήταν η πιο ήσυχη απ' όλες τις παγανιστικές (φυσιολατρικές) εορτές, και στην αρχή διαρκούσαν τρεις ημέρες. Στην πρώτη περίοδο εορτασμού, προηγούνταν θυσία στο Ναό του Θεού, ακολουθούσε γεύμα προς τιμή των Θεών - lectisternium - το οποίο διοργάνωναν οι συγκλητικοί και κατόπιν δημόσια γεύματα, κάθε ένα από τα οποία είχε για αρχηγό τον λεγόμενο «Saturnalicium principem». Μετά απ' αυτό, γίνονταν διάφορες λαϊκές εκδηλώσεις και διασκεδάσεις. Ο Καίσαρ, προσθέτοντας δύο ακόμη ημέρες στη διάρκεια των Σατουρναλίων, αύξησε τη διάρκεια της εορτής σε πέντε μέρες. Ο Δεκέμβριος είχε τότε 29 ημέρες. Ο Καλιγούλας πρόσθεσε άλλες δύο μέρες, ώστε η γιορτή άρχιζε στις 17, διαρκούσε 7 ημέρες, και τελείωνε στις 23 Δεκεμβρίου. Από τις εφτά ημέρες των Σατουρναλίων, η καθαρά θρησκευτική ήταν μόνο η πρώτη.

Τα Σατουρνάλια γίνονταν κατά το πρότυπο των εορτών του καρναβαλιού και του τέλους του έτους, με την τελετουργική αναστολή της τάξης, που σε διάφορες θρησκείες επαναλαμβάνει τις μυθικές συνθήκες του χάους, της αρχής του κόσμου, κάνοντάς τον έτσι να ξαναγεννηθεί με την αποκατάσταση της τάξεως. Τα Σατουρνάλια εξέφραζαν την αναστολή της τάξεως που είχε επιβληθεί με μερικές τυπικές καταστάσεις : π.χ. Τις μέρες αυτές ελευθερώνονταν οι δούλοι και άλλαζαν ρόλους με τους κυρίους τους. Φόραγαν τα ρούχα τους και σατίριζαν όχι μόνο τους ρωμαίους πολίτες, αλλά και τους αξιωματούχους. Από τους δούλους εκλέγονταν ένας βασιλιάς που κυβερνούσε προσωρινά τον παράλογο κι ανάποδο κόσμο που συμβόλιζε την Χρυσή Εποχή όπου οι άνθρωποι ήταν ίσοι και σέβονταν ο ένας τον άλλον. Κατά τη διάρκεια της γιορτής ανταλλάσσονταν δώρα, αλλά και αργυρά κέρματα, προοιωνίζοντας πλούτο. Με τον καιρό όμως η συνήθεια της ανταλλαγής των κερμάτων επικράτησε, και αντικατέστησε κάθε άλλο δώρο των ημερών αυτών. Επειδή μετά τα Σατουρνάλια ακολουθούσαν οι Καλένδες του Ιανουαρίου, η συνήθεια της ανταλλαγής δώρων μεταδόθηκε και στη γιορτή των Καλένδων. Ελεύθεροι και δούλοι έπιναν και χόρευαν μαζί μεταμφιεσμένοι κι έκαναν διάφορες φάρσες. Ο ψευτοβασιλιάς, που εκλέγονταν με λαχνό (αυτός που τύχαινε το νόμισμα από την κοπή και το μοίρασμα μιας μεγάλης πίτας), στέφονταν και περιβάλλονταν από αυλικούς στους οποίους έδιναν αστείες διαταγές. Επιτρέπονταν πολλά πράγματα που απαγορεύονταν τον υπόλοιπο χρόνο, όπως τα τυχερά παιχνίδια στα οποία είχαν δικαίωμα συμμετοχής και οι δούλοι. Στα τυχερά παιχνίδια, παίζονταν τεράστια χρηματικά ποσά στη διάρκεια του εφταημέρου. Σταματούσαν επίσης τα σχολεία, οι πόλεμοι, τα δικαστήρια και ανταλλάσσονταν δώρα, γνωστά ως «Sigillaria», τα οποία ήταν μικρά αγαλματίδια.

 Τα ρωμαϊκά Σατουρνάλια μεταδόθηκαν αργότερα στους Φράγκους, οι οποίοι έφτιαχναν μια μεγάλη πίτα με ένα νόμισμα μέσα. Ο τυχερός που τύχαινε το νόμισμα, ανακηρύσσονταν και εδώ ο βασιλιάς της ημέρας. Βλέπουμε ότι υπάρχει μια άμεση σχέση με τα Σατουρνάλια, την βασιλόπιτα και τις Φράγκικες τελετές, κυρίως κατά την εορτή των Φώτων, με όλα όσα γίνονται σήμερα στη Δύση.

Τον δεύτερο αιώνα μ.Χ. ο Διόνυσος και οι Βακχικές γιορτές εισέβαλλαν στη Ρώμη κι επέζησαν ως το έβδομο  αιώνα. Στην αρχή η λατρεία είχε μυστηριακό χαρακτήρα, αλλά με την παρακμή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας λέγεται πως κατέληξε σε όργια που γίνονταν μυστικά. Έτσι, τόσο οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, όσο και μετά απ' αυτούς οι Πάπες, αναγκάστηκαν να πάρουν αυστηρά μέτρα ενάντια σ' αυτές τις εορτές.

 Στη σημερινή εποχή, έχουν διασωθεί μερικές συνήθειες εκείνων των εορτών, όπως είναι η ανταλλαγή δώρων τη Πρωτοχρονιά, το κέρμα της βασιλόπιτας αλλά και η ίδια η βασιλόπιτα, τα τυχερά παιχνίδια «για το καλό του χρόνου», και άλλες συνήθειες στην Αποκριά.

 

 
Η Πρωτοχρονιά

Η Πρωτοχρονιά, ανέκαθεν ήταν μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες γιορτές για όλους τους λαούς, ανεξαρτήτου Θρησκείας. Οι πρώτοι χριστιανοί, μέχρι και τον 4ο αιώνα, γιόρταζαν την αρχή του νέου έτους μαζί με τα Χριστούγεννα, θεωρώντας την γέννηση του Χριστού, συμβολική αντιστοιχία για την «γέννηση» του καινούριου χρόνου. Οι Ρωμαίοι, γιόρταζαν την Πρωτοχρονιά στις 1 Ιανουαρίου, από την εποχή του Ιουλίου Καίσαρα. Οι Έλληνες, σύμφωνα με το αττικό ημερολόγιο - που είναι και το επικρατέστερο - γιόρταζαν το νέο έτος στις 21 Ιουνίου, την ημέρα του θερινού ηλιοστασίου. Έχουμε όμως κι άλλα στοιχεία που αναφέρουν σαν αρχή του νέου έτους την πρώτη μέρα της Άνοιξης. Οι Πέρσες θεωρούν γνήσια Πρωτοχρονιά την 21η Μαρτίου, ενώ οι Κινέζοι, κατά φυλές και περιοχές, μία από τις ημέρες μεταξύ 20 Ιανουαρίου και 18 Φεβρουαρίου. Οι Κόπτες της Αφρικής, την 1η Αυγούστου. Μερικές φυλές της Συρίας γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά την 1η Σεπτεμβρίου, μια ημερομηνία που και η Ορθόδοξη Εκκλησία την θεωρούσε επίσης πρωτοχρονιά, με το θρησκευτικό χαρακτηριστικό ως «αρχή της ινδίκτου» (ινδικτιών ή ίνδικτος =κύκλος 15 ετών ως χρονολογική μονάδα για χρήση της Εκκλησίας, αρχομένου κατά την 1η Σεπτεμβρίου).

Ωστόσο, όλοι σχεδόν οι λαοί μετατόπισαν τις ημερομηνίες της πρωτοχρονιάς τους στην σημερινή 1η Ιανουαρίου, είτε για λόγους εναρμόνισης και τάξης, είτε για λόγους θρησκευτικούς ή ακόμη και αστρονομικούς, επιστημονικούς κλπ (ή μήπως για λόγους «οικουμενισμού»;)

  Τα σημερινά έθιμα της Πρωτοχρονιάς, είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους μας. Οι προλήψεις κι οι δεισιδαιμονίες κυριαρχούν σ' αυτά τα έθιμα. Από πολύ παλιά ακόμη, πίστευαν ότι την Πρωτοχρονιά πρέπει κανείς να «προβλέψει» το μέλλον του, ή με διάφορες συμβολικές πράξεις να επηρεάσει την τύχη του προς το καλύτερο, για τον νέο χρόνο.  Έτσι έχουμε το συμβολικό σπάσιμο του ροδιού, το «ποδαρικό», τα τυχερά παιχνίδια, το «φλουρί» της βασιλόπιτας, και άλλα πολλά για την πρόκληση καλοτυχίας.

Οι Ρωμαίοι, τις πρώτες μέρες κάθε μήνα γιόρταζαν τις «καλένδαι» ή «καλάνδαι». Κάθε πρωτομηνιά, ο ποντίφικας «καλούσε» (calare =καλώ) τους Ρωμαίους στο Καπιτώλιο, για να τους αναγγείλει την είσοδο τις Σελήνης στην καινούρια της φάση (την αρχή του νέου Σεληνιακού μήνα), και να τους γνωστοποιήσει τις ημέρες των εορτών εκείνου του μήνα. Οι καλένδες, τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Απρίλιο, Ιούνιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο διαρκούσαν πέντε ημέρες. Τον Μάρτιο, Μάιο, Ιούλιο και Οκτώβριο διαρκούσαν επτά ημέρες. Οι μέρες αυτές διαιρούνταν σε εργάσιμες-δικάσιμες και σε αποφράδες. Τις αποφράδες απαγορεύονταν στους Ρωμαίους να εργάζονται, ενώ οργάνωναν γιορτές για να τιμήσουν την Ήρα και τον Ιανό. Στις καλένδες του Ιανουαρίου, γιορτάζοντας και τον ερχομό του νέου έτους, έκαναν επισκέψεις σε φίλους, αντάλλαζαν δώρα μεταξύ τους, ενώ ο αυτοκράτορας παρακολουθούσε από το άρτιο, παρέλαση των υπηκόων του. Αρκετά γνωστές ήταν οι καλένδες του Μαρτίου, τα «Μαρτινάλια». Κατά τις ημέρες των καλένδων, έπρεπε να εξοφληθούν τα χρέη και να πληρωθούν οι τόκοι. Το ειδικό βιβλίο που έγραφαν τα χρέη, ονομάζονταν καλενδάριο από το οποίο προέκυψε και το ημερολόγιο (calendar) ή καλαντάρι. Σιγά-σιγά όμως, επικράτησε περισσότερο ο εορτασμός των καλένδων του Ιανουαρίου, διότι συνδύαζε πολλές γιορτές και γεγονότα.

Η Πρωτοχρονιά στην αρχαιότητα χαρακτηρίζεται από την ανταλλαγή δώρων. Έθιμο πολύ παλιό, που το τηρούσαν και οι Ρωμαίοι αργότερα. Οι αρχαιότεροι λατινικοί λαοί, έδιναν δώρα στις αρχές των Καλένδων του Ιανουαρίου. Αργότερα οι Ρωμαίοι αντάλλαζαν δώρα κατά τις γιορτές της Αθηνάς, του Κρόνου και των άλλων Θεών. Ο Τιβέριος περιόρισε την ανταλλαγή δώρων μόνο κατά τον μήνα που ήταν αφιερωμένος στον Ιανό, δηλαδή τον Ιανουάριο. Η συνήθεια αυτή παρέμεινε σεβαστή, ώστε και κατά τον Μεσαίωνα που ο νέος χρόνος άρχιζε από το Πάσχα, τα δώρα δίνονταν την 1η Ιανουαρίου.

Στην αρχαία Ελλάδα όπως και στη Ρώμη, κάθε πρώτη του έτους συνήθιζαν να στολίζουν τα σπίτια τους με κλαδιά από δάφνη, ελιά ή έλατο. Με το λάλημα του πετεινού την αυγή της Πρωτοχρονιάς, έβγαιναν στους δρόμους με αναμένες δάδες και γύριζαν από πόρτα σε πόρτα για να ψάλουν τα κάλαντα, σε γνωστούς συγγενείς και φίλους. Τα κάλαντα αυτά, που λέγονταν «ορθοφώνια», για τους Έλληνες ήταν μια πράξη χαράς και ψυχικής ευγένειας, όπως ήταν άλλωστε και όλα τους τα έργα. Δυστυχώς όμως δεν συνέβαινε το ίδιο και για τους Ρωμαίους, που τα γιόρταζαν με μεταμφιέσεις, τυχερά παιχνίδια, όργια και θυσίες. Έτσι πέρασε το έθιμο, και στους χριστιανούς αργότερα, όπου οι εκκλησιαστικές Σύνοδοι θέλοντας να αλλάξουν τον εορταστικό χαρακτήρα αυτής (και αυτής) της γιορτής, επέβαλαν στους χριστιανούς την αποχή από τις διασκεδάσεις και μεταμφιέσεις της Πρωτοχρονιάς, ορίζοντας τριήμερη νηστεία (από 31 Δεκεμβρίου ως 2 Ιανουαρίου), «προς αντιπερισπασμό των ειδωλολατρικών οργίων». Τονίζω «τον εορταστικό χαρακτήρα», διότι όπου επενέβη η Εκκλησία, το κύριο μέλημά της ήταν πάντα να εξαλειφθεί ο εορταστικός - και πολύ περισσότερο ο συμβολικός - χαρακτήρας, κάθε προχριστιανικής εκδήλωσης. Το χαρμόσυνο και εορταστικό περιεχόμενο (ειδικά της 1ης Ιανουαρίου) των προχριστιανικών αυτών εορτών, ήταν όμως ένα σοβαρό εμπόδιο στον εκχριστιανισμό με νηστείες. Για τον λόγο αυτόν, ενώ ήδη η Εκκλησία θεωρούσε ως αρχή του έτους την 25η Δεκεμβρίου, μετέφερε την Πρωτοχρονιά της στις 1 Ιανουαρίου, και ανέχθηκε «σιωπηρώς» όλες τις συνήθειες των εθνικών, τις ευωχίες, τους πότους, την κυβείαν και τα αμοιβαία επί των νέων δώρα, τις μεταμφιέσεις, τους αγυρμούς ομάδων ή παιδιών ή και ενηλίκων που τραγουδούσαν τα κάλανδα. Αυτές οι αποφάσεις της Ιστορίας είναι δραματικές ... Είναι να εκπλήσσεται κανείς με την «ευελιξία» των χειρισμών της Εκκλησίας, σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις... Σημασία δεν είχε να καταργηθούν οι ευωχίες, οι πότοι, η κυβεία. Σημασία είχε να μην τελούνται οι ίδιες αυτές γιορτές Ρωμαϊκά και κυρίως Ελληνικά, αλλά χριστιανικά !...

 Φυσικά η δύναμη της συνήθειας ήταν μεγαλύτερη από κάποια απαγορευτικά διατάγματα, και ο λαός εξακολουθούσε να γιορτάζει με «δαιμονικό» τρόπο κάθε πρώτη του έτους. Ο Ευστάθιος μας περιγράφει: «Βρέθηκε σωστό, τα κάλαντα του Γενάρη να ξεπερνούν όλα τα άλλα κάλαντα, σε βαθμό που να σιωπηθεί ολότελα η ονομασία αυτή για τις άλλες πρωτομηνιές, και ούτε καν να αναφέρεται γι' αυτές το όνομα κάλαντα». Όπως ήταν επόμενο, η τρέλα αυτή των Ρωμαίων μεταδόθηκε και στους Βυζαντινούς που είχαν άμεση σχέση με τους πρώτους. Η αλήθεια είναι ότι οι Βυζαντινοί το «παραξήλωναν». Ο κλήρος γιόρταζε (την Πρωτοχρονιά) υπό την επίδραση των ρωμαϊκών Βρουμαλίων. «Εις τας τελετάς εκείνας επεκράτουν έθιμα εκ των διονυσιακών εορτών, διότι ετελούντο μεταμφιέσεις και χοροί και εγίνοντο φαιδραί απομιμήσεις της θείας λειτουργίας. Κατά την εορτή εκείνην των καλάνδων νέοι εν αδαμιαία περιβολή συνώδευον τον επίσκοπον εις την εκκλησίαν ένθα εψάλλοντο λαϊκά άσματα και αντί θυμιάματος προσεφέρετο αίμα πηκτόν».

Πολλές από τις γιορτές των καλένδων του Ιανουαρίου, διατηρήθηκαν από τους χριστιανούς. Το 692 όμως, συγκροτήθηκε η ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, όπου καταδίκασε αυτές τις γιορτές. Παρ' όλ' αυτά όμως, οι καλένδες απέβαλλαν πολύ αργότερα τον «εθνικό» τους χαρακτήρα και πήραν θρησκευτικό, όπως εμφανίζονται σήμερα τα κάλαντα.

Στο Παρίσι το 1445, ο βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος Ζ', τερμάτισε αυτές τις γιορτές με διάταγμα, διότι και οι παπάδες έμπαιναν στην εκκλησία μεταμφιεσμένοι, όπου γίνονταν και πολλές παρεκτροπές...

 Στο Βυζάντιο βέβαια, δεν περιορίζονταν μόνο στο να φορούν προβιές και να βάφουν τα πρόσωπά τους, ή ακόμη να κυκλοφορούν γυμνοί στις πλατείες, φωνάζοντας «ουραουρήα». Έσπαζαν πόρτες, έδερναν τους διαβάτες και πολλές φορές τους άφηναν μισοπεθαμένους. Με τον καιρό όμως πολλά πράγματα άλλαξαν. Ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Κομνηνός, εγκαινίασε το έθιμο να απολύονται όλοι οι ελαφροποινήτες από τις φυλακές, κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς. Ένα άλλο έθιμο ήταν η ανταλλαγή δώρων. Οι Βυζαντινοί, κάθε πρώτη του έτους, αντάλλαζαν μεταξύ τους τα «δοσίδια», που αρχικά ήταν πλακούντες (είδος γλυκίσματος) ή φρούτα. Αργότερα τα δοσίδια έγιναν χρηματικά και μετέπειτα σε είδος, κυρίως παιχνίδια για τα παιδιά.

Το 1120 π.Χ., όταν ο αυτοκράτωρ της Κίνας Σέουν-Χό, έβαλε πρώτος στα ανάκτορά του τα χαρτιά, και έμαθε στις γυναίκες του χαρεμιού του τα τυχερά παιχνίδια, για να διασκεδάζουν την πλήξη τους μέσα στον γυναικωνίτη, δεν φανταζόταν τι «φωτιά» άναβε στον κόσμο. Πολύ σύντομα τα χαρτιά από την Κίνα, διαδόθηκαν στις Ινδίες και στην Αραβία. Οι Άραβες τα έφεραν στην Δυτική Ευρώπη τον 14ο αιώνα. Οι πρώτοι χαρτοπαίκτες ήταν οι Ισπανοί, το 1370. Ακολούθησαν οι Ιταλοί το 1376, οι Γερμανοί το 1377, και τέλος οι Γάλλοι το1400. Έναν αιώνα αργότερα, όλη η Ευρώπη δοκίμαζε την τύχη της στα χαρτιά, με περιουσίες ολόκληρες να χάνονται από τότε ακόμη ...

Μια και αναφερθήκαμε στα κάλαντα (σαν σύνολο από ευχετικά κι εγκωμιαστικά άσματα), θα πρέπει να πούμε ότι δεν είναι καθόλου νεοελληνικό έθιμο, αλλά ούτε και ρωμαϊκής καταγωγής. Είναι παλαιότατο έθιμο των προγόνων μας, κι έχει στενή σχέση με την «Ειρεσιώνη» των αρχαίων Ελλήνων και μάλιστα των Αθηναίων, των οποίων αποτελεί και συνέχεια.

Η ειρεσιώνη έχει μεγάλη αναλογία με τα κάλαντα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ήταν ένας κλάδος ελιάς ή δάφνης από τον οποίο κρεμούσαν επίσης μαλλιά λευκά ή πορφυρά, αλλά και καρπούς και κολλύρας (κουλούρες) προερχόμενα από δώρα. Τον κλάδο αυτόν, περιέφεραν τα παιδιά στα σπίτια κι έψαλλαν εγκωμιαστικά άσματα υπέρ της ευημερίας του οικοδεσπότη και των μελών της οικογενείας του. Ζητούσαν δε και την αμοιβή τους. Η ειρεσιώνη ψάλλονταν σε διάφορες εποχές του έτους (όπως και τα σημερινά κάλαντα), κυρίως κατά τα «Θαργήλια» τελούμενα τον Μάιο, και κατά τα «Πυανόψια» τελούμενα κατά τον Οκτώβριο προς τιμήν του Απόλλωνα, του Ήλιου και των ωρών, στους ναούς και τα ιερά των οποίων και κατατίθονταν.  Πολλά από τα παιδιά ή και όλα, έφεραν τον κλάδο στο σπίτι τους και τον κρεμούσαν στην πόρτα, όπου έμενε όλο το έτος. Ο περσινός κλάδος καίγονταν και κρεμούσαν τον καινούριο (όπως και το Μαγιάτικο στεφάνι σήμερα). Αυτό μάλιστα συνέβαινε και κατά τον Θαργηλιώνα,  που αντιστοιχεί με τον δικό μας Μάιο.

Αυτό όμως που μας δίνει ένα αόριστο μέτρο αναλογίας μεταξύ της ειρεσιώνης και των δικών μας καλάντων, είναι ένα από τα περισωθέντα αρχαία άσματα, που έψαλλαν τα παιδιά κατά την αρχαιότητα. Στους στίχους ωραιότατου δακτυλικού εξάμετρου, τα παιδιά των προγόνων μα έψαλλαν :

- Δώμα προσετραπόμεσθ' ανδρός μέγα δυναμένοιο (Εφτάσαμε στο αρχοντικό του μεγάλου αφεντικού)

- ος μέγα μεν δύναται μέγα δε βρέμει, όλβιος αεί  (ο οποίος έχει μεγάλη δύναμη και βροντερή φωνή και είναι πάντα ευτυχισμένος)

- αυταί αποκλίνεσθε θύραι. Πλούτος γαρ έσειω  (ε, σεις οι θύρες του σπιτιού ανοίξτε μόνες σας, για να μπει μέσα ο πλούτος)

- πολλύς, συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία  ( πολύς, άφθονος, και μαζί με τον πλούτο η χαρά και η ευθυμία με όλα τους τα επακόλουθα)

- ειρήνη τ αγαθή^ όσα δ' άγγεα μεστά μεν είη,  (και η καλή ειρήνη, η σύμπνοια και ησυχία^ είθε δε τα δοχεία σας, τα αγγεία σας να'ναι γεμάτα)

- κυρκαίη δ' αεί κατά κάρδοτον έρποι μάζα  (και πάντοτε στη σκάφη που ζυμώνετε να ανακατεύετε ζυμάρι άφθονο, ήτοι  ποτέ να μην σας λείπει το ψωμί).

 Και ακολουθούν άλλα πολλά σ' αυτό το αρχαίο άσμα, πολύ ανάλογα με την φρασεολογία που χρησιμοποιούν τα σημερινά κάλαντα. Ας προσέξουμε τους δύο τελευταίους  στίχους :

- φέρ' αίψα ... πώρης... αγλαά δώρα  (βάλτε στον σάκο μας γρήγορα, πολλά και καλά δώρα)

- ει μεν τι δώσεις, ειδεμή ούχ' εστήξομεν  (κι αν μας δώσετε κάτι, έχει καλώς^ ειδεμή δεν θα καθήσουμε εδώ να σταλίσουμε)

- ου γαρ συνοικήσοντες ένθαδ' ήλθομεν  (διότι εμείς δεν ήρθαμε εδώ για να κάνουμε «συνοικισμό» ή «για ν' ανοίξουμε πηγάδι» όπως λέγετε σήμερα).

Από αυτήν την προσπάθεια να εξασφαλίσει ο άνθρωπος μια ευτυχισμένη χρονιά, δημιουργήθηκαν και οι προλήψεις για το καλό του χρόνου. Έτσι, δεν πρέπει να δανείζει κανείς τίποτα την πρωτοχρονιά, ενώ πρέπει να είναι όλοι χαρούμενοι, με άφθονα φαγητά στο τραπέζι, καινούρια ρούχα και άλλα διάφορα. Ιδιαίτερη σημασία έχει για τον λόγο αυτό και το «ποδαρικό». Προφυλάξεις παίρνονταν ακόμη και για τα μέλη της οικογενείας που δεν είχαν καλό «ποδαρικό», όπου δεν τους επιτρέπονταν να μπουν ούτε στον στάβλο, την ημέρα εκείνη. Ένα άλλο έθιμο της ημέρας ήταν και η επίσκεψη κάποιου στην βρύση. Ο πρώτος επισκέπτης, άφηνε εκεί μια πέτρα, που ήταν συμβολική για την υγεία του χωριού. Τον ίδιο σκοπό είχε και μια άλλη «τελετή», όπου αφήνανε αποβραδίς μια πιατέλα με δημητριακά και όσπρια, να την «δούνε τα άστρα». Την επόμενη μέρα, αυτός που θα έκανε ποδαρικό στο σπίτι, σκορπούσε το περιεχόμενο της πιατέλας σταυρωτά μέσα στα δωμάτια του σπιτιού. Το ίδιο πρόσωπο, μπαίνοντας στο σπίτι για να κεραστεί, έπρεπε να καθίσει καταγής, «για να καθίσει καλά και η κότα πάνω στα αβγά της, και ν' ανοίξει όλα τα πουλιά».

Σε επόμενο τεύχος θα επεκταθούμε στα ήθη κι έθιμα του «Δωδεκαημέρου», αλλά και στα εορταστικά δρώμενα γενικότερα, καθώς είναι ένα πολύ «πλούσιο» αλλά κι ενδιαφέρον  θέμα, για να γνωρίζουμε έστω στο ελάχιστο, την καταγωγή όλων αυτών των εορτών  που σήμερα εορτάζουμε.

Σέρρας Στέλιος

 

[ Πίσω ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ] [ Πίσω ΤΕΥΧΟΣ 13]